Η Ηλεία Δια Μέσου Των Αιώνων

ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Στον Πύργο λειτουργεί Αστυνομικό κέντρο, αστυνομικά τμήματα στην Αμαλιάδα και τα Λεχαινά και αστυνομικοί σταθμοί σε Γαστούνη, Μανωλάδα, Λατζόι, Κρεκούκι, Δίβρη, Δελήμπαλη, Λάλα, Κολίρι, Κατάκολο και Βαρθολομιό.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ:

Η επαρχία της Ηλείας την περίοδο της Βενετοκρατίας 1687-1715 είχε 16.847 κατοίκους (επίσης τότε είχε 171 κατοικούμενους συνοικισμούς, 44 εξαφανισμένους συνοικισμούς, 16 Μονές και έκταση 2.785.184 στρεμμάτων και ονομαζόταν επαρχία Γαστούνης), ενώ το 1816 πλήρωνε κατά τον Πουκεβίλ χαράτσια, το διαμέρισμα της Γαστούνης 4443, το διαμέρισμα του Πύργου 632, επειδή απαλλάσσονταν από το χαράτσι οι γυναίκες, οι τυφλοί, τα παιδιά κάτω των 10 ετών, οι μοναχοί και Ιερείς, οι γέροντες και οι Τούρκοι. Υπολογίζεται ότι οι κάτοικοι ήταν τότε και μαζί με τους Τούρκους περίπου 14.000. Είναι αμφίβολο αν μετά τον ιερό αγώνα ο πληθυσμός της Ηλείας έφθανε τους 7000 κατοίκους. Το 1851 είχε 35.143 κατοίκους, το 1889 είχε 78.394, το 1907 είχε 103.810 και τέλος κατά την απογραφή του 1920 είχε 109.091 κατοίκους. Μέσα σε διάστημα 100 ετών λοιπόν ο πληθυσμός  μιας επαρχίας από 7.000 αυξήθηκε σε 109.091 κατοίκους.

Στην Ηλεία δεν κατοικούσαν ούτε αλλόθρησκοι ούτε αλλόγλωσσοι ούτε αλλόφυλοι (πλην ελαχίστων), αλλά και αλβανόφωνα (εκ του αλβανικού εποικισμού του 14ου αιώνα μ.χ.) χωριά στην Ηλεία είναι μόνο τέσσερα.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Η Ηλεία υπό της Βασιλείας του Όθωνα (1840) διαιρούνταν σε οκτώ δήμους. Τον Δήμο Λετρίνων, που πήρε το όνομά του από τη αρχαία πόλη των Λετρίνων, τον αποτελούσαν η πρωτεύουσα Πύργος και οι κωμοπόλεις και 31 χωρία, μεταξύ αυτών και το  Κολίρι.

Κεφάλαιο τρίτο, Σελίδες: 33,34.

Η ΗΛΕΙΑ ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΡΒΑΣΑΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΜΠΕΤΙ

Στην κορυφή του βουνού του προς τα Β.Δ. της Βαρβάσαινας και προς Β.Α. του Κολιρίου βρίσκονται τα ερείπια του μικρού χριστιανικού ναού του Προφήτη Ηλία, και από αυτόν όλο το ψηλό βουνό ονομάζεται «Άγιος Ηλίας». Από το βουνό αυτό, που αποτελεί το υψηλότερο σημείου του Δήμου Λετρίνων, 334 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, η θέα είναι θαυμάσια προς την πεδιάδα του Πύργου, προς τους λόφους του Κατακόλου και της Σκαφιδιάς, προς τα βουνά της Ωλένης και Ολυμπίας, προς την Φολόη και τον Ερύμανθο, προς τους λόφους της Αγουλινίτσας και το Λύκαιον, προς τις διακλαδώσεις του Αλφειού προς τη Γορτυνία, προς τη θάλασσα και γενικά προς όλες τις κατευθύνσεις.

Πολύ κοντά στο ναό βρίσκονται διασκορπισμένα τα θεμέλια ενός αρχαίου οικοδομήματος, που εκτείνεται από Α. προς Δ., μήκους 8 μέτρων και πλάτους 5, ίσως ναού, και τριγύρω πλήθος πήλινων ερειπίων και άλλα σημάδια αρχαίας πόλης.

Αλλά και προς Δ. του Προφήτη Ηλία συνδέονται μαζί του σαν συνεχής σειρά χαμηλότεροι λόφοι, στην οποία, στην περιοχή που τώρα βρίσκονται τα λιοστάσια του Διπλάρη, στα περίχωρα είναι σκεπασμένα ίχνη αρχαίων κατοικιών, βρίσκονται δε πολύ συχνά αγγεία, πήλινα αφιερώματα, σφονδύλια από κεχριμπάρι κλπ.

Ν.Δ. και σε απόσταση μιας ώρας από τον Πρ. Ηλία και 15  λεπτά της ώρας προς Β.Α. του Λαμπετίου, υψώνεται βουνό σαν συνέχεια του Προφήτη Ηλία, που χωρίζεται με μονοπάτι από αυτόν και τώρα ονομάζεται Παλαιοχώρι. Στην περιοχή αυτή λοιπόν υπάρχουν ενδείξεις αρχαίοι οικισμοί και σημαντικές πόλεις, ενώ η περίοπτη αυτή θέση αποδεικνύει το ότι οι αρχαίοι Έλληνες επέλεγαν τα καλύτερα μέρη για να κατοικίσουν.

Το έδαφος, τέλος, όλης της οροσειράς του Προφήτη Ηλία, λόγω των πολλών οστράκων που βρίσκονται στην κορυφή, φαίνεται ότι καλυπτόταν από θάλασσα, ενώ το κροκαλογενές έδαφος στους πρόποδες προς το Κολίλι δείχνει ότι καλυπτόταν από ποτάμι.

Κανένας αρχαιολόγος δεν αναφέρει και δεν φαίνεται να έχει επισκεφθεί τις περιοχές αυτές, και δεν είναι εύκολο να γνωρίζουμε ποιες αρχαίες πόλεις βρίσκονταν εκεί, υποθέτουμε όμως ότι ίσως πρόκειται για την πόλη Κικύσιο με τα ερείπιά της, τη μεγαλύτερη από τις Πισαϊκές πόλεις. Υπάρχει η εκδοχή ότι η πηγή που βρισκόταν κοντά στο Κικύσιο είναι αυτή που βρίσκεται κοντά στους Αγίους Θεοδώρους ή προς τα βόρεια του Προφήτη Ηλία. Ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου πιθανολογεί ότι θα μπορούσε αυτή η περιοχή να ήταν το Κικύσιον, μία από τις 8 πόλεις της αρχαίας Πισάτιδος. (Λετρίνοι Δυσπόντιο, Σαλμώνη, Αλύσυον, Ηράκλεια, Κικύσιον, Αρπιννα και Μάργανα). Αυτό δείχνει ότι η περιοχή στους αρχαίους χρόνους (περίπου τον 6ο π.χ. αιώνα) κατοικούνταν.

Κεφάλαιο τέταρτο, σελίδες 117, 118, 119, 120.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ

Δεν γνωρίζουμε πότε πρωτοεμφανίστηκε και διαδόθηκε ο χριστιανισμός στην Ηλεία. Το πρώτο χριστιανικό μνημείο ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές στην Ολυμπία, στις οποίες βρέθηκε χριστιανικός ναός.

Στα πρακτικά της Α οικουμενικής συνόδου της Νικαίας φαίνεται να υπογράφει και κάποιος (επίσκοπος;) Διονύσιος από την Αχαΐα (Ελλάδος) από την Ήλιδα, πράγμα που δείχνει ότι τον 4ο αιώνα μ.Χ. υπήρχε σημαντικός χριστιανικός πληθυσμός στην Ηλεία.

ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΩΛΕΝΗΣ

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Ηλεία συναντάμε την επισκοπή Ωλένης, οι οποία είχε ιδρυθεί από τους βυζαντινούς χρόνους. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθηκε, πήρε όμως την ονομασία της από την ονομαστή, κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, πόλη Ωλένη.

Όπως είναι γνωστό η Πελοπόννησος μέχρι την εποχή του Λέοντος του Ισαύρου (περί τα 720 μ.Χ.) υπαγόταν εκκλησιαστικά στον (ορθόδοξο ακόμη τότε) Πάπα της Ρώμης, και στη συνέχεια τάχθηκε στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Η επισκοπή Ωλένης υπαγόταν στον Μητροπολίτη Πατρών (των παλαιών Πατρών, όπως λεγόταν) ο Επίσκοπος Ωλένης και υπέρτιμος πάσης Ίλιδος, όπως τιτλοφορούταν, είχε έδρα αρχικά την Ωλένη και επί Τουρκοκρατίας είχε έδρα την πρωτεύουσα της Ηλείας, δηλαδή τη Γαστούνη. Αλλά στα πρακτικά των Πατριαρχείων και αυτή η επαρχία Ηλείας ονομαζόταν επαρχία Ωλένης και όχι επαρχία Ηλείας ή Γαστούνης όπως ονομαζόταν στην πολιτική, ενώ το 1777 πλήρωνε εισφορά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης 100 άσπρα, το 1787 όταν ήταν προσωρινή αρχιεπισκοπή και υπαγόταν στο μητροπολίτη Πατρών για οικονομία και κέρδος του μητροπολίτη.

Γνωστοί επίσκοποι Ωλένης είναι ο ταπεινός επίσκοπος Σισώης του 1564, ο Θεοφάνης του 1617, ο εκ Σωποτού των Καλαβρύτων Ιωαννίκιος Νείρος του 1702, ο Άνθιμος του 1709, ο Γρηγόριος του 1720, ο Ιωσήφ του 1733 και ο Φιλάρετος του 1804, ο οποίος πήγε στην Τρίπολη το 1821 με τους υπόλοιπους προκρίτους της Πελοποννήσου και καθαιρέθηκε από τους Τούρκων και πέθανε στη φυλακή  (βλ. εκκλησιαστικά).

Κεφάλαιο έκτο, σελίδες 182, 183.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΗΛΕΙΑ

Τρεις περίπου χιλιετηρίδες προ Χριστού κατήλθαν από Β. (κυρίως από τη Θράκη) οι Έλληνες δια μέσου της ξηράς στην Ελλάδα και συνάντησαν άλλους λαούς, οι οποίοι είναι γνωστοί ως Πελασγοί, και τους εξαφάνισαν ή συγχωνεύθηκαν και αφομοίωσαν και εξελλήνισαν σε διάστημα χιλίων ετών.

Πρώτοι ήρθαν στην Ελλάδα οι Ίωνες ,στη συνέχεια οι Αρχαιοαιολείς και τελευταίοι από την Ήπειρο οι Δωριείς.

Οι Αχαιοαιολείς λοιπόν εξαπλώθηκαν στην Ηλεία και οι Αρκάδες με τους Πελασγούς κατέβηκαν από την Αρκαδία και σχημάτισαν την πρώτη εκεί Ιθαγενή (ελληνική φυλή) στην οποία κατόπιν προσχώρησαν και Καύκωνες (Στραβ.345), που ήταν επίσης έθνος πελασγοαρκαδικό, και γι’ αυτό η Ηλεία κάποτε ονομαζόταν Καυκωνία. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι οι Καύκωνες ίδρυσαν μόνο την Τριφυλία και την Κοίλη Ίλιδα, με αποτέλεσμα οι Καύκωνες να ονομασθούν «Λυκαιονίδαι» (Αρκάδες).

Μετά από αυτό οι αυτόχθονες Έλληνες της Ίλιδας ανέπτυξαν μέσω της θάλασσας τον πρώτο τους πολιτισμό και επιπλέον, λόγω της θαλάσσιας επικοινωνίας, είχαν στενές σχέσεις με τα νησιά του Ιονίου που βρίσκονται απέναντι από την Ηλεία.

Όμως τις θαλάσσιες συγκοινωνίες των χωρών της Μεσογείου θεμελίωσαν οι Φοίνικες. Ο ποιητής του Ομηρικού ύμνου στον Πύθειο Απόλλωνα αναφέρει ότι οι Κνώσιοι έμποροι (οι εν Κρήτη φοίνικες) ναύλωσαν πλοίο για να μεταβούν στους Δελφούς, πέρασαν από την Αρήνης και την Ήλιδα ,όπου διοικούσαν οι Επειοί. Ανάμεσα στις δυτικές χώρες, των οποίων τα προϊόντα, που  διαμέσου του εμπορίου μεταφέρονταν στην Τύρο, αναφέρεται επίσης η Έλισα, της οποίας η ακριβής τοποθεσία είναι αμφίβολη, όμως σήμερα σύμφωνα με τους περισσότερους βρίσκεται στην Ηλειακή γη. Αυτό στηρίζεται και στην ύπαρξη του ιστορικού ηλειακού ποταμού της Ελίσης. Από τα είδη πολιτισμού τα οποία μετέφεραν οι Φοίνικες μέσω των αποικιών που ίδρυσαν τα περισσότερα έχουν γίνει κτήμα της Ελληνικής γης.

Η ηλειακή βύσσος (λινάρι).

Αποκλειστικά στην Ηλειακή χώρα, με πιθανή προέλευση τη Φοινίκη, είναι το θαμνώδες φυτό της βύσσου. Πολλοί είναι αντίθετοι στην άποψη του Παυσανία ότι η βύσσος ήταν ένα λεπτό είδος λιναριού (λινοκάλαμο). Όμως μέχρι τότε μόνο ένα είδος λινοκάλαμου είχε καλλιεργηθεί, συνεπώς είναι απίθανο να έκανε λάθος ο περιηγητής (Παυσανίας). Συνεπώς η ηλειακή βύσσος δεν είναι τίποτα άλλο από το βαμβάκι. Το βαμβάκι που καλλιεργείται σήμερα στην Ελλάδα είναι η αρχαία ηλειακή βύσσος, για την καλλιέργεια της οποίας η Ηλεία ήταν κατάλληλη, αφού και σήμερα αναπτύσσεται σε λιμνάζουσες και παραθαλάσσιες περιοχές, παρόλο που η καλλιέργειά της σταμάτησε στην Ηλεία,αφού οι κάτοικοι στράφηκαν στην καλλιέργεια της σταφίδας. Η βύσσος, δηλαδή το βαμβάκι, ήταν τόσο σπάνια και εξωτική που μόνο στην Ηλεία από όλα τα μέρη της Ελλάδας παραγόταν σε μικρές ποσότητες και ήταν τόσο ακριβή, περισσότερο και από το λινάρι, αφού τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες φορούσαν λινά ενδύματα. Κατά τον Πλίνιο η τιμή της ήταν τόσο υψηλή που τα υφάσματα που παρασκευάζονταν από τη βύσσο θεωρούνταν πολύτιμα αντικείμενα στην αρχαιότητα. Η αξία της βύσσου είχε ισοδυναμία με τον χρυσό, δηλαδή αντιστοιχούσε σε χρυσό, αφού για 1/24 της ουγγιάς, δηλαδή 1/3 του δραμιού, η αξία της ήταν 4 δηνάρια (ρωμαϊκές δραχμές). Την αξία μεγάλωνε και το κόστος της εργασίας για την καλλιέργειά της, η οποία ήταν μια σκληρή και επίπονη τεχνική. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί το γιατί δεν ήταν μεγαλύτερη η εξάπλωσή της, αφού η καλλιέργειά της στην Ηλεία θα μπορούσε να είναι μία πολύ μεγάλη και ανεξάντλητη πηγή πλούτου. Ίσως η ελλειπής γνώση για την καλλιέργειά της να έφερε αυτό το αποτέλεσμα, με συνέπεια να παράγεται ελάχιστο και ακριβό προϊόν. Ο χρόνος εισαγωγής της στην Ηλεία παραμένει άγνωστος, αλλά εάν γίνει συσχετισμός με την υφαντική, η οποία συνδέεται με τη λατρεία της συριακής Αφροδίτης στην Πάτρα, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι την εισήγαγαν στην Ηλεία οι Φοίνικες.

Επιμιξία φυλών στην Ηλεία

Οι Φοίνικες ήρθαν σε επαφή με τις ντόπιες φυλές, οι οποίες δέχτηκαν πρόθυμα τον Ασιατικό πολιτισμό, παρόλο που κατόπιν τον απέκρουσαν οι ελληνικές φυλές. Δεν υπήρχε καμία αντίθεση μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, αφού το το ξένο και το εγχώριο συγχωνεύονταν ασυναίσθητα μεταξύ τους.

Μεταξύ των λαών που μετακινήθηκαν στην Ηλεία αναφέρονται και οι Λέλεγες, το οποίο είναι όνομα μιας σύμμεικτης φυλής που κατοικούσε στα νησιά του Ιονίου. Σε αυτούς (τους Λέλεγες) ανήκαν και οι κύριοι κάτοικοι της χώρας, οι Επειοί, που ήταν μέρος των ομηρικών Αχαιών. Η Ηλεία κατοικούνταν κυρίως από αιολικά φύλα και λόγω των σχέσεων και τη γειτονία της με την Αρκαδία, τη Μεσσηνία και τη Λακωνία, πιθανώς στην Ηλεία η ομιλία να έτεινε προς τη δωρική διάλεκτο, δηλαδή η Ηλειακή διάλεκτος, η οποία είχε επιρροές από τους Αιτωλούς κατακτητές οι οποίοι, μαζί με τους Ηρακλειδείς, αποτέλεσαν το ζωτικό και κυρίαρχο στοιχείο στην περιοχή. Αλλά η ηλειακή διάλεκτος είχε και τύπους καθαρότατα ηλειακούς, τους οποίους καμία άλλη διάλεκτος δεν είχε και που ομιλούνταν μόνο σε αυτό το μέρος. Κατά τις τελευταίες διαμάχες και αγώνες των Ελλήνων εναντίων των Φράγκων της Πελοποννήσου, εισήλθαν στην Πελοπόννησο, και με την ανοχή των Παλαιολόγων του Μορέα, και για λόγους πυκνώσεως του αραιού πληθυσμού και 10.000 περίπου Αλβανοί ορθόδοξοι, οι οποίοι ως επί το πλείστον δημιούργησαν δικούς τους συνοικισμούς στην Ηλεία και εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Λάλα, Μηλιές, Καλολετσή, Μπάστα, Κώμη και ίσως και αλλού.

ΤΜΗΜΑ Α’, Σελίδες: 208, 209, 210, 211, 212, 340.

 Η ιστορία της Ηλείας την περίοδο της Τουρκοκρατίας και Βενοκρατίας (1460-1821 μ.χ.).

Μετά την υποδούλωση της Ελληνικής φυλής από τους Τούρκους οι Έλληνες υπέστησαν πολλά δεινά, και μόνο η πίστη και η αγάπη των Ελλήνων προς την πατρίδα και την ελευθερία διέσωσε στο διάστημα πέντε αιώνων τον Ελληνικό εθνισμό. Και στην Ηλεία επικράτησε η δυστυχία, τα σχολεία δεν επιτρέπονταν πουθενά, ο πληθυσμός ελαττώθηκε, η ελονοσία λόγω της αμέλειας του τουρκικού κράτους και τη μειωμένη καλλιέργεια του εδάφους συντέλεσε στην αύξηση της εξασθένησης και των θανάτων των κατοίκους και κατά συνέπεια προέκυψαν αφόρητα δεινά. Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως κατά την Βενετοκρατία (1687 – 1715), αλλά και οι Βενετοί,σαν φανατικοί οπαδοί του Πάπα, πίεζαν τους Έλληνες να στραφούν στον παπισμό, ενώ οι Τούρκοι πίεζαν και αυτοί προς τον εξισλαμισμό, παρόλα αυτά δεν επενέβαιναν στα εσωτερικά θέματα της θρησκεία των πιστών ορθοδόξων. Η γνώση μας σχετικά με τα σχολεία και τους λόγιους στην Ηλεία την περίοδο αυτή της Τουρκοκρατίας είναι ελλειπής και για αυτό αναγκαστικά περιοριζόμαστε στις πληροφορίες ξένων περιηγητών, οι οποίες όμως είναι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό εσφαλμένες, κυρίως σε ότι έχει σχέση με την αρχαιολογία και την τοπογραφία της χώρας. Οι σπουδαιότεροι από αυτούς είναι: ο Πουκεβίλλ, πρόξενος της Γαλλίας στον Αλή Πασά και στην Πάτρα περίπου το 1821, ένας από τους λίγους Γάλλους φιλέλληνες του 19ου αιώνα (καθώς και οι Φαβιέρος, Μινιάκ και Δεριγνύ). Ο Ερνέστος Κούρτιος (περίπου το 1845), ο Bursian, ο  Άγγλος Leake και ο Γάλλος Ruchon(περίπου το 1840), ο οποίος θεωρούσε φράγκικο σχεδόν κάθε κτήριο ή ερείπιο στην Ελλάδα.

Πρώτη Τουρκοκρατία (1460-1687).

Οι Spon και Vheler 1676 βρήκαν στην Γλαρέτζα εκτεταμένα ερείπια τειχών μεταξύ των αγρών, τα οποία φαινόταν να είχαν καταστραφεί από βομβαρδισμό ή σεισμό. Στο λιμάνι φόρτωναν 3 γαλλικά πλοία για τη Σικελία, το κάθε βόδι κοστολογούνταν 5 ή 6 Ισπανικά τάλληρα και το πρόβατο 3/4 του ταλλήρου. Η Γλαρέντζα απείχε 15 χιλιόμετρα από τη Γαστούνης, η οποία ήταν μεγάλη πόλη.

Αφού έπλευσαν κατά μήκος του Μορέα (την Ηλεία) έφθασαν στην περιοχή που ονομάζεται λίμνη του Ξοτυχίου και στη συνέχεια στο ακρωτήρι Κουνουπέλι, όπου είδα έναν τετράγωνο πύργο και ερείπια οικιών που κατοικούνταν την περίοδο της Φραγκοκρατία. Το Κοτύχι ήταν ιχθυοτροφείο και σε αυτό αφθονούσαν αγρία πτηνά, όπως πέρδικες, πελεκάνοι, αγριόχηνες κλπ. Εκεί υπήρχε και άγρια σταφίδα που παραγόταν ταχύτατα. Κατά τον Κρούσιο (Turcograecia), το 1565 σε καθαιρετικό έγγραφο του Πατριάρχη Ιωάσαφ υπογράφεται και ο ταπεινός επίσκοπος Ωλένης Σισώης. Σε χάρτη του Coronelli (ίσως επί Βενετών) του φρουρίου Χλεμουτσίου φαίνονται γύρω από αυτό  ψηλά δέντρα και μέσα στο φρούριο κωδωνοστάσιο το οποίο ξεπερνούσε σε ύψος όλα τα κτίσματα που βρίσκονταν μέσα στο φρούριο.

Ο Τουρκοβεβενετικός πόλεμος του 1684-1687 υπήρξε σκληρός οι Τούρκοι όταν έφευγαν ερήμωναν τη χώρα και μετά την μάχη στην Πάτρα, όπου και ηττήθηκαν, πήραν μαζί τους πολλούς κατοίκους, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να μειωθεί πολύ. Το 1620 Εννετοί ιππότες και Μελιταίοι αποβιβάσθηκαν στην Γλαρέντζα, με σκοπό να καταλάβουν την Ηλεία, αλλά αναχαιτίσθηκαν από τους Τούρκους και έφυγαν.

Βενετοκρατία (1678-1815).

Κατά τον Αλεξ. Λοκατέλλι, ιστορικό, το 1687 μετά την άλωση της Πάτρας από τους Βενετούς, την 3η Αυγούστου τον στόλο των Βενετών που βρισκόταν στην Πύλο, πλησίασε μια φελλούκα από τη Ζάκυνθο, η οποία αρχικά είχε σταλεί στο Χλεμούτσι υπό την αρχηγία του Λοχαγού Αγγέλου Νέγρη, με στόχο να αναγκάσει τους Τούρκους που βρίσκονταν εκεί να παραδοθούν και αυτοί δέχθηκαν. Στην φελλούκα επέβαιναν οι εξέχοντες στο Χλεμούτσι  Τούρκοι Μουσταφάς και Μωάμεθ και ένας Έλληνας και είπαν ότι ήταν έτοιμοι να παραδώσουν το φρούριο του Χλεμουτσίου με 34 κανόνια και ποσότητα σιταριού, με τον όρο να τους επιτραπεί να αναχωρήσουν από τη θάλασσα μαζί με τις αποσκευές τους, το οποίο δέχθηκε ο στόλαρχος των Βενετών, και έτσι ελευθερώθηκε η Γαστούνη και τα περίχωρά της, ο πιο γόνιμος τόπος της Πελοποννήσου. Τότε διορίσθηκε από τον Μοροζίνη, ο οποίος κατέστρεψε τον Παρθενώνα, προβλεπτής (διοικητής) στο Χλεμουτσί ο Γεωρ. Φοσκαρίνης, επόπτης ο αδερφός του Νικόλαος και Φρούραρχος ο Πέτρος Ταρκίνιος και δόθηκε διαταγή να μετατραπεί το εκεί τζαμί που βρισκόταν εκεί σε χώρο λατρείας και να διοικείται από λατίνο ιερέα, και όλοι υπάγονταν στον διοικητή της Πάτρας.

Ο Πουκεβίλλ μετέβη από την Πάτρα δια μέσου της Γαστούνης στην Ήλιδα και εκεί, δια μέσου Γαστουνης, στον Πύργο, Ολυμπία, Λάλα, Φολόη, Τριπόταμα, Καλάβρυτα, Μέγα Σπήλαιο και σε άλλη πορεία του από την Πάτρα σε Πύργο, Αγουλινίτσα, Νέδα, Κυπαρισσία κλπ. έφιππος, και εξιστορεί αυτά που είδε κατά τη διαδρομή του. Περιληπτικά αναφέρονται τα παρακάτω:

Έφθασε στην Ανδραβίδα (60 Τούρκικες και 60 Ελληνικές οικογένειες). Σύμφωνα με όσα του διηγήθηκαν, οι Τούρκοι είχαν επιχειρήσει πολλές φορές να μετατρέψουν τζαμί την εκκλησία της Αγίας Σοφίας που βρισκόταν εκεί, αλλά από κάποια θεϊκή παρέμβαση οι μιναρέδες γκρεμίζονταν. Εκτός από την Αγία Σοφία, στην Ανδραβίδα, είδε και έναν ναό γοτθικού ρυθμού, ο οποίος ήταν μητρόπολη των Λατίνων επισκόπων, καθώς και μία άλλη εκκλησίαν διακοσμημένη με κίονες. Η πεδιάδα μεταξύ Ανδραβίδας και Καβασίλων ήταν σπαρμένη με λινάρι. Στη Γαστούνη άλλοτε υπήρχαν 1500 κατοικίες, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν ερειπωθεί, γιατί οι Λαλαίοι που διαδέχθηκαν τους Οθωμανούς κατέστρεψαν το εμπόριο της Γαστούνης οδηγώντας τη στην παρακμή, έμειναν μόλις 200 οικογένειες, και γεμάτοι ερείπια και θάμνους δρόμοι της φανέρωναν την εικόνα της ερήμωσης. Είδε την εκκλησία της Παναγίας Καθολικής, η οποία είναι βασιλικού ρυθμού και μέσα σε αυτή (σώζεται και σήμερα) την επιγραφή που δείχνει ότι θεμελιώθηκε τον 10ο αιώνα. Στον πρόναο είδε εικόνες όπως μία σκοτεινή Παναγία, έναν έφιππο Άγιο Γεώργιο, έναν Άδη με Επισκόπους και δαίμονες και Τούρκους (!), ζωγραφιές δυσάρεστες και χωρίς ουσία. Επίσης αναφέρει διάφορα χωρία που συναντά κοντά στον Πηνειό. Ο καζάς (το διαμέρισμα) της Γαστούνης μαζί με τον Πύργου, με 112 χριστιανικά χωριά και με 25000 χωρικούς, πλήρωναν στο σουλτάνο, στους Λαλαίους και στον βεζίρη του Μοριά στην Τρίπολη κάθε χρόνο 900 τουρκικά μεταλλικά πεντόλιρα , ποσό τεράστιο, εκτός από τις αγγαρείες, που τους επέβαλλαν οι αγάδες του Λάλα. Στην Ηλεία συνάντησε πολλά τσιφλίκια τα οποία είχαν αντικαταστήσει τα φραγκικά τιμάρια.

Πηγαίνοντας στον Πύργο συνάντησε αρχικά πολλές καλλιέργειες βαμβακιού καθώς και διάφορα μέρη, μεταξύ των οποίων τη Μονή Φραγκαπηδήματος και τη Μονή Σκαφιδιάς, την οποία δεν επισκέφθηκε. Πέρασε το ποτάμι Μεσολογγάκι από όπου είδε το Ποντικόκαστρο και το Σκουροχώρι, στο οποίο του ανέφεραν ότι είχαν βρεθεί ερείπια από τείχη, θραύσματα πλακόστρωτου δρόμου και ερείπια ιαματικών λουτρών. Αναφέρει επίσης τον κόλπο του Κατακόλου, του Κορακοχωρίου, το έλος της Κάστας το οποίο ενωνόταν με τη λίμνη Μουριά και τις αλυκές του Πύργου στις εκβολές του Αλφειού.

Κατά τον Πουκεβίλλ, ο Πύργος πριν από 50 χρόνια αποτελούνταν από καλύβες κατασκευασμένες από θάμνους σκεπασμένους με καλάμια και συγκεντρωμένες γύρο από έναν πύργου. Κατά τον Chandller εξαιτίας αυτού, η πόλη πήρε την ονομασία Πύργος (Αυτή η πληροφορία είναι εσφαλμένη, γιατί όπως ανέφερε και αλλού,το 1867 υπήρχε ήδη η πόλη του Πύργου), όμως εκεί βρήκε (ο Πουκεβίλλ) τα ωραιότερα σπίτια στο Μοριά και το κλίμα ήταν ακόμα πιο υγιεινό από αυτό της Γαστούνης, και για αυτό το μέρος προσέλκυσε μεγάλο αριθμό Ελληνικού πληθυσμού, με τον επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο να έχει έδρα πλέον μάλλον τον Πύργο, και είχε εμπόρους ονομαστούς τόσο στην επαρχία όσο και στο εξωτερικό. Η πόλη ήταν κτισμένη σε επί ύψωμα, όπου πρόσφατα βρήκαν μεγάλα υπόγεια (κατακόμβες) γεμάτες οστά, αποτελούντα από 900 κατοικίες με 1000 οικογένειες και 7.000 κατοίκους, μεταξύ των οποίων και ένα μέρος τεχνιτών και εμπόρων που μετακινούνταν. Βρήκε ωραία εργοστάσια, δύο ναούς περίτεχνα διακοσμημένους και την ωραία κατοικία του επισκόπου (που είχε εισόδημα 20,000 γρόσια), ο οποίος επέβλεπε (και ήταν πολλές φορές παρόν) την διδασκαλία των παιδιών στο ναό από έναν παπά και με άσματα εξυμνούσαν το Θεό.
Η περιοχή του Πύργου είχε δικούς της φορολογικούς καταλόγους και χαράτσι. Δεν είχε κανέναν Τούρκο κάτοικο και αποτελούνταν από τον Πύργο και τα χωρία: Σκαφιδιά (με 50 οικογένείες), Άγιο Ιωάννη (με 50 ), Μυρτιά (με 50), Άγιο Γεώργιο (με 50), Σκουροχώρι (με 100), Τζόγια (με 50), Λαμπέτι (με 60), Κολίρι (με 100)και Αγουλινίτσα (με 200).

Με βεβαιότητα γνωρίζουμε ότι ο Πουκεβίλλ, πρόξενος της Γαλλίας την εποχή του Αλή πασά, στο ταξίδι του στην Ηλεία το 1815 και το 1816 (Kυριακοπουλος, σελ.76) καταγράφει μεταξύ άλλων το Κολίρι με πληθυσμό 100 οικογένειες. Τα άλλα χωρία του δήμου Λετρίνων (φαίνεται ότι υπάγονταν στον καζά της Γαστούνης, ενώ η Βαρβάσαινα, Παλαιοβαρβάσαινα και Κούκουρα στον καζά του Λάλα).
Ο επίσκοπος συνεδρίαζε με τους προύχοντες, για να εκδικάσει πολλές υποθέσεις και να διανείμει στον άρχοντα της περιοχής τους φόρους που αναλογούσαν στον καθένα.

Τα περίχωρα του Πύργου ήταν γεμάτα με αμπελώνες οι οποίοι παρήγαγαν ετησίως 100.000 βαρέλια οίνου, ο οποίος θεωρούνταν ο καλύτερος στον Μοριά. Η πόλη το βράδυ ησύχαζε σε μεγάλους κήπους από μουριές και άλλα φυτά.

Στην κοίτη του ποταμού Αλφειού (Ορφιά ή Ρουφιά, όπως τον ονομάζει) βρίσκονταν βάρκες.

Η Γαστούνη τότε πλήρωνε χαράτσια 4.443 και ο Πύργος 632. Πριν από 50 χρόνια στον κόλπο του Κατακόλου, στη εκβολή του Πηνειού και στην Γλαρέτζα κατέφθαναν 300 πλοία  150-300 τόννων το χρόνο, φόρτωναν ή εκφόρτωναν εμπορεύματα, ενώ τα ναυπηγεία Ύδρας και Σπετσών λάμβαναν την ξυλεία από τα δάση της Ολυμπίας και οι Ιόνιοι δοκάρια και  οικοδομική ξυλεία από τα δάση της Φολόης. Από τον Πύργο  εξήγαγαν προς τα νησιά του Ιονίου βόδια, πρόβατα και πτηνά, αλλά τότε όλα μειώθηκαν λόγω των πιέσεων των Λαλαίων. Τα παραγόμενα προϊόντα στην Ηλεία τότε ήταν: σιτάρι, 160.000 κιλά προς 8 γρόσια το κιλό – Σίκαλη ,αραβόσιτος, κριθάρι και καλαμπόκι, 260.000 κιλά προς 6 γρόσια – Όσπρια, 15.000 κιλά προς 10 γρόσια – Κόκκοι λιναριού, 9.000 κιλά προς 4 – Βαμβάκι, 1.000 καντάρια προς 120 γρ. – Μαλλί, 3.000 καντάρια προς 34 γρ. – Τυρί, 8.000 καντάρια προς 30 γρ. – Λινάρι, 16.000 καντάρια προς 25 γρ. – Μετάξι, 2.500 οκάδες προς 60 γρ. – Καπνός, 25.000 οκάδες προς 1 1/2 γρ. – Κορινθιακή σταφίδα, 200.000 λίτρα προς 130 γρ. η χιλιάδα – Βελανίδια, 8.000 χιλιόλιτρα προς 35γρ. – Οίνος 108.000 Βαρέλια προς 8 γρ.—–Δέρματα προβάτων, 2.000 δωδεκάδες προς 15 γρ. – Πίσσα και ρητίνη μαζί 144.000 γρ. – Ζώα και πουλερικά 200.000 γρ. – Ξύλα οικοδομικής 80.000 γρ. – Δόγες βαρελιών 40.000 γρ., συνολικά δηλαδή 5.739.500 γρόσια.

Ο Πύργος όπως τον είδε ο Πουκεβίλλ. Όσον αφορά τον Πύργο ο Πουκεβίλλ έμαθε πολλά, κυρίως από τον Σταθόπουλο (τον θείο των σύγχρονων κατοίκοων του Πύργου Χρονοπούλων): Ο κάτοικος του χωριού Τσορωτά των Καλαβρύτων, Γεώρ. Τσορωτάς ή Τσερνοτάς βρήκε μέσα σε ένα πηγάδι στο Νεοχώρι του Πύργου (μέχρι πρότινος σωζόταν εκεί του Τσερνοτά το πηγάδι) ή, το πιθανότερο, στην περιοχή Τρούπα της Κοκόβης των Καλαβρύτων, πολλά αρχαία νομίσματα, τα οποία παρέδωσε στον Σουλτάνο Σελήμ αφού μετέβη στην Κων/πολη το 1512 και έλαβε ως ανταμοιβή τον τίτλο του μπέη (Τσερνοτάμπεης) και τεράστιες εκτάσεις γης γύρω από τον Πύργο, που τότε ήταν ακατοίκητες. Σε αυτές τις εκτάσεις έκτισε έναν πύργο, ο οποίος ξεχώριζε στην περιοχή. Όμως όταν η χωρίς απογόνους οικογένειά του εξαφανίσθηκε, οι ιδιοκτησίες του περιήλθαν, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο, στο Κράτος .Ο τότε σουλτάνος τις χάρισε στην βασιλομήτορα, και από τότε η περιοχή βρισκόταν υπό την προστασία της και θεωρούνταν τόπος ιερός. Για το λόγο αυτό δεν πατήθηκε από τους Τούρκους, τους Λαλαίους και τους υπόλοιπους, αλλά τόσο πολύ προστατευόταν, που από την Αγουλινίτσα μέχρι τα Χανάκια (την περιοχή Αλποχώρι) οι διερχόμενοι Τούρκοι έπρεπε, αφού κατέβουν από τα άλογα, να τα ξεπεταλώνουν γιατί πατούσαν σε ιερό τόπο. Η περιοχή αυτή προηγουμένως ήταν έρημη κυρίως λόγω των επιδρομώντων Αλγερινών πειρατών, εξαιτίας των οποίων οι κάτοικοι κατέφευγαν στα ορεινά μέρη τα οποία ήταν πυκνοκατοικημένα. Αυτοί που ζούσαν στα παράλια κρύβονταν σε κρύπτες, σαν τέτοιες χρησιμοποιούνταν και τα θολωτά υπόγεια οικήματα που βρέθηκαν στον Πύργο, για να κρύβονται οι άνθρωποι όταν εμφανίζονταν πειρατές που άρπαζαν πρόβατα, βόδια, ανθρώπους κλπ., όπως αναφέρουν οι παραδόσεις.

Έτσι λοιπόν στον Πύργο, όπου υπήρχαν απέραντα δάση και έλη, κυρίως μεταξύ του Πύργου και της λίμνης Μουριάς, στήθηκαν καλύβια βοσκών, οπότε ήρθαν και οι Αχολαίοι σαν βοσκοί, στη συνέχεια ήρθαν από την Ήπειρο οι Βιλαεταίοι, οι οποίοι ήταν πλούσιοι και επιβλητικοί, δύο αδέρφια με πολλούς ακολούθους και μαζί με κάποιον που ονομαζόταν Τζόγιας, από τον οποίο πήρε το όνομά του το χωριό Τζόγια.

*Πηγή ενημέρωσης: «Η ΗΛΕΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ», Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ . ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΥ, ΤΜΗΜΑ ΣΤ’.

 

ΠΟΥΚΕΒΙΛΛ: Ο Φρανσουά Σαρλ Υγκ Λοράν Πουκεβίλ (γαλλ. François Charles Hugues Laurent Pouqueville, 1770-1838) ήταν Γάλλος ιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ιστορικός συγγραφέας, ακαδημαϊκός και σημαντικός φιλέλληνας. Κατά τον νομικό και κοινωνιολόγο Δ. Μαυρογιάννη δεν θεωρείται φιλέλληνας ούτε συνηγορούσε υπέρ της επανάστασης των Ελλήνων κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το 1814 ο Φ. Πουκεβίλ διορίστηκε πρόξενος στην Πάτρα, όπου βρισκόταν ο αδελφός του Ούγος (Hugues). Το 1816 επέστρεψε στη Γαλλία όπου και παρέμεινε μόνιμα, ενώ στη θέση του προξένου τον αντικατέστησε ο αδελφός του, ο οποίος πρόσφερε ιδιαίτερες υπηρεσίες κατά την Επανάσταση του 1821, προσφέροντας και την οικία του ως καταφύγιο για πολλούς κατατρεγμένους Έλληνες. Ο Πουκεβίλ τιμήθηκε από τον βασιλιά Όθωνα με το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος. Πέθανε στο Παρίσι σε ηλικία 68 ετών στις 20 Δεκεμβρίου του 1838. Επί του τάφου του που βρίσκεται στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς (Παρίσι) έχει χαραχθεί το ακόλουθο δίγλωσσο επίγραμμα (στην ελληνική και γαλλική):

«Με τα γραπτά του συνέβαλε δυναμικά στην επιστροφή της αρχαίας τους ιθαγένειας, στους καταπιεσμένους Έλληνες».

ΤΣΙΦΛΙΚΙ: Ως τσιφλίκι (Οθωμανικά Τούρκικα) ορίζεται η μεγάλη αγροτική περιοχή, ακόμη και ολόκληρο χωριό που ανήκε σε ιδιώτη κατά την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης και στο οποίο δούλευαν υποχρεωτικά οι κολίγοι. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιήθηκε αργότερα προκειμένου να περιγράψει το μεγάλο αγρόκτημα, ιδιοκτησία πλούσιων οικογενειών. Χαρακτηριστικό του τσιφλικιού σε σχέση με το σύστημα των τιμαρίων είναι κυρίως ο κληρονομικός του χαρακτήρας, αλλά και το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του δεν έχει πολιτική εξουσία στο έδαφος του τσιφλικιού. Όσον αφορά στην εσωτερική του δομή λειτουργεί όπως ακριβώς το κλασικό φέουδο: ο τσιφλικούχος προσφέρει στον κολίγο το έδαφος, ενίοτε και τους σπόρους, ενώ ο κολίγος προσφέρει την εργασία του.

ΦΕΛΟΥΚΑ: Τύπος μικρού ξύλινου πλοιαρίου στη περιοχή κυρίως της Ανατολικής Μεσογείου, χαμηλού και άφρακτου (χωρίς κατάστρωμα) που κινούταν με κουπιά και ιστία (πανιά), φέροντας τρία λατίνια και αρτέμονα.

* Πηγή ενημέρωσης: Βικιπαίδεια.

error: