Τουρκοκρατία / Βενετοκρατία

Η ιστορία της Ηλείας την περίοδο της Τουρκοκρατίας και Βενοκρατίας (1460-1821 μ.χ.).

Μετά την υποδούλωση της Ελληνικής φυλής από τους Τούρκους οι Έλληνες υπέστησαν πολλά δεινά, και μόνο η πίστη και η αγάπη των Ελλήνων προς την πατρίδα και την ελευθερία διέσωσε στο διάστημα πέντε αιώνων τον Ελληνικό εθνισμό. Και στην Ηλεία επικράτησε η δυστυχία, τα σχολεία δεν επιτρέπονταν πουθενά, ο πληθυσμός ελαττώθηκε, η ελονοσία λόγω της αμέλειας του τουρκικού κράτους και τη μειωμένη καλλιέργεια του εδάφους συντέλεσε στην αύξηση της εξασθένησης και των θανάτων των κατοίκους και κατά συνέπεια προέκυψαν αφόρητα δεινά. Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως κατά την Βενετοκρατία (1687 – 1715), αλλά και οι Βενετοί,σαν φανατικοί οπαδοί του Πάπα, πίεζαν τους Έλληνες να στραφούν στον παπισμό, ενώ οι Τούρκοι πίεζαν και αυτοί προς τον εξισλαμισμό, παρόλα αυτά δεν επενέβαιναν στα εσωτερικά θέματα της θρησκεία των πιστών ορθοδόξων. Η γνώση μας σχετικά με τα σχολεία και τους λόγιους στην Ηλεία την περίοδο αυτή της Τουρκοκρατίας είναι ελλειπής και για αυτό αναγκαστικά περιοριζόμαστε στις πληροφορίες ξένων περιηγητών, οι οποίες όμως είναι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό εσφαλμένες, κυρίως σε ότι έχει σχέση με την αρχαιολογία και την τοπογραφία της χώρας. Οι σπουδαιότεροι από αυτούς είναι: ο Πουκεβίλλ, πρόξενος της Γαλλίας στον Αλή Πασά και στην Πάτρα περίπου το 1821, ένας από τους λίγους Γάλλους φιλέλληνες του 19ου αιώνα (καθώς και οι Φαβιέρος, Μινιάκ και Δεριγνύ). Ο Ερνέστος Κούρτιος (περίπου το 1845), ο Bursian, ο  Άγγλος Leake και ο Γάλλος Ruchon(περίπου το 1840), ο οποίος θεωρούσε φράγκικο σχεδόν κάθε κτήριο ή ερείπιο στην Ελλάδα.

Πρώτη Τουρκοκρατία (1460-1687).

Οι Spon και Vheler 1676 βρήκαν στην Γλαρέτζα εκτεταμένα ερείπια τειχών μεταξύ των αγρών, τα οποία φαινόταν να είχαν καταστραφεί από βομβαρδισμό ή σεισμό. Στο λιμάνι φόρτωναν 3 γαλλικά πλοία για τη Σικελία, το κάθε βόδι κοστολογούνταν 5 ή 6 Ισπανικά τάλληρα και το πρόβατο 3/4 του ταλλήρου. Η Γλαρέντζα απείχε 15 χιλιόμετρα από τη Γαστούνης, η οποία ήταν μεγάλη πόλη.

Αφού έπλευσαν κατά μήκος του Μορέα (την Ηλεία) έφθασαν στην περιοχή που ονομάζεται λίμνη του Ξοτυχίου και στη συνέχεια στο ακρωτήρι Κουνουπέλι, όπου είδα έναν τετράγωνο πύργο και ερείπια οικιών που κατοικούνταν την περίοδο της Φραγκοκρατία. Το Κοτύχι ήταν ιχθυοτροφείο και σε αυτό αφθονούσαν αγρία πτηνά, όπως πέρδικες, πελεκάνοι, αγριόχηνες κλπ. Εκεί υπήρχε και άγρια σταφίδα που παραγόταν ταχύτατα. Κατά τον Κρούσιο (Turcograecia), το 1565 σε καθαιρετικό έγγραφο του Πατριάρχη Ιωάσαφ υπογράφεται και ο ταπεινός επίσκοπος Ωλένης Σισώης. Σε χάρτη του Coronelli (ίσως επί Βενετών) του φρουρίου Χλεμουτσίου φαίνονται γύρω από αυτό  ψηλά δέντρα και μέσα στο φρούριο κωδωνοστάσιο το οποίο ξεπερνούσε σε ύψος όλα τα κτίσματα που βρίσκονταν μέσα στο φρούριο.

Ο Τουρκοβεβενετικός πόλεμος του 1684-1687 υπήρξε σκληρός οι Τούρκοι όταν έφευγαν ερήμωναν τη χώρα και μετά την μάχη στην Πάτρα, όπου και ηττήθηκαν, πήραν μαζί τους πολλούς κατοίκους, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να μειωθεί πολύ. Το 1620 Εννετοί ιππότες και Μελιταίοι αποβιβάσθηκαν στην Γλαρέντζα, με σκοπό να καταλάβουν την Ηλεία, αλλά αναχαιτίσθηκαν από τους Τούρκους και έφυγαν.

Βενετοκρατία (1678-1815).

Κατά τον Αλεξ. Λοκατέλλι, ιστορικό, το 1687 μετά την άλωση της Πάτρας από τους Βενετούς, την 3η Αυγούστου τον στόλο των Βενετών που βρισκόταν στην Πύλο, πλησίασε μια φελλούκα από τη Ζάκυνθο, η οποία αρχικά είχε σταλεί στο Χλεμούτσι υπό την αρχηγία του Λοχαγού Αγγέλου Νέγρη, με στόχο να αναγκάσει τους Τούρκους που βρίσκονταν εκεί να παραδοθούν και αυτοί δέχθηκαν. Στην φελλούκα επέβαιναν οι εξέχοντες στο Χλεμούτσι  Τούρκοι Μουσταφάς και Μωάμεθ και ένας Έλληνας και είπαν ότι ήταν έτοιμοι να παραδώσουν το φρούριο του Χλεμουτσίου με 34 κανόνια και ποσότητα σιταριού, με τον όρο να τους επιτραπεί να αναχωρήσουν από τη θάλασσα μαζί με τις αποσκευές τους, το οποίο δέχθηκε ο στόλαρχος των Βενετών, και έτσι ελευθερώθηκε η Γαστούνη και τα περίχωρά της, ο πιο γόνιμος τόπος της Πελοποννήσου. Τότε διορίσθηκε από τον Μοροζίνη, ο οποίος κατέστρεψε τον Παρθενώνα, προβλεπτής (διοικητής) στο Χλεμουτσί ο Γεωρ. Φοσκαρίνης, επόπτης ο αδερφός του Νικόλαος και Φρούραρχος ο Πέτρος Ταρκίνιος και δόθηκε διαταγή να μετατραπεί το εκεί τζαμί που βρισκόταν εκεί σε χώρο λατρείας και να διοικείται από λατίνο ιερέα, και όλοι υπάγονταν στον διοικητή της Πάτρας.

Ο Πουκεβίλλ μετέβη από την Πάτρα δια μέσου της Γαστούνης στην Ήλιδα και εκεί, δια μέσου Γαστουνης, στον Πύργο, Ολυμπία, Λάλα, Φολόη, Τριπόταμα, Καλάβρυτα, Μέγα Σπήλαιο και σε άλλη πορεία του από την Πάτρα σε Πύργο, Αγουλινίτσα, Νέδα, Κυπαρισσία κλπ. έφιππος, και εξιστορεί αυτά που είδε κατά τη διαδρομή του. Περιληπτικά αναφέρονται τα παρακάτω:

Έφθασε στην Ανδραβίδα (60 Τούρκικες και 60 Ελληνικές οικογένειες). Σύμφωνα με όσα του διηγήθηκαν, οι Τούρκοι είχαν επιχειρήσει πολλές φορές να μετατρέψουν τζαμί την εκκλησία της Αγίας Σοφίας που βρισκόταν εκεί, αλλά από κάποια θεϊκή παρέμβαση οι μιναρέδες γκρεμίζονταν. Εκτός από την Αγία Σοφία, στην Ανδραβίδα, είδε και έναν ναό γοτθικού ρυθμού, ο οποίος ήταν μητρόπολη των Λατίνων επισκόπων, καθώς και μία άλλη εκκλησίαν διακοσμημένη με κίονες. Η πεδιάδα μεταξύ Ανδραβίδας και Καβασίλων ήταν σπαρμένη με λινάρι. Στη Γαστούνη άλλοτε υπήρχαν 1500 κατοικίες, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν ερειπωθεί, γιατί οι Λαλαίοι που διαδέχθηκαν τους Οθωμανούς κατέστρεψαν το εμπόριο της Γαστούνης οδηγώντας τη στην παρακμή, έμειναν μόλις 200 οικογένειες, και γεμάτοι ερείπια και θάμνους δρόμοι της φανέρωναν την εικόνα της ερήμωσης. Είδε την εκκλησία της Παναγίας Καθολικής, η οποία είναι βασιλικού ρυθμού και μέσα σε αυτή (σώζεται και σήμερα) την επιγραφή που δείχνει ότι θεμελιώθηκε τον 10ο αιώνα. Στον πρόναο είδε εικόνες όπως μία σκοτεινή Παναγία, έναν έφιππο Άγιο Γεώργιο, έναν Άδη με Επισκόπους και δαίμονες και Τούρκους (!), ζωγραφιές δυσάρεστες και χωρίς ουσία. Επίσης αναφέρει διάφορα χωρία που συναντά κοντά στον Πηνειό. Ο καζάς (το διαμέρισμα) της Γαστούνης μαζί με τον Πύργου, με 112 χριστιανικά χωριά και με 25000 χωρικούς, πλήρωναν στο σουλτάνο, στους Λαλαίους και στον βεζίρη του Μοριά στην Τρίπολη κάθε χρόνο 900 τουρκικά μεταλλικά πεντόλιρα , ποσό τεράστιο, εκτός από τις αγγαρείες, που τους επέβαλλαν οι αγάδες του Λάλα. Στην Ηλεία συνάντησε πολλά τσιφλίκια τα οποία είχαν αντικαταστήσει τα φραγκικά τιμάρια.

Πηγαίνοντας στον Πύργο συνάντησε αρχικά πολλές καλλιέργειες βαμβακιού καθώς και διάφορα μέρη, μεταξύ των οποίων τη Μονή Φραγκαπηδήματος και τη Μονή Σκαφιδιάς, την οποία δεν επισκέφθηκε. Πέρασε το ποτάμι Μεσολογγάκι από όπου είδε το Ποντικόκαστρο και το Σκουροχώρι, στο οποίο του ανέφεραν ότι είχαν βρεθεί ερείπια από τείχη, θραύσματα πλακόστρωτου δρόμου και ερείπια ιαματικών λουτρών. Αναφέρει επίσης τον κόλπο του Κατακόλου, του Κορακοχωρίου, το έλος της Κάστας το οποίο ενωνόταν με τη λίμνη Μουριά και τις αλυκές του Πύργου στις εκβολές του Αλφειού.

Κατά τον Πουκεβίλλ, ο Πύργος πριν από 50 χρόνια αποτελούνταν από καλύβες κατασκευασμένες από θάμνους σκεπασμένους με καλάμια και συγκεντρωμένες γύρο από έναν πύργου. Κατά τον Chandller εξαιτίας αυτού, η πόλη πήρε την ονομασία Πύργος (Αυτή η πληροφορία είναι εσφαλμένη, γιατί όπως ανέφερε και αλλού,το 1867 υπήρχε ήδη η πόλη του Πύργου), όμως εκεί βρήκε (ο Πουκεβίλλ) τα ωραιότερα σπίτια στο Μοριά και το κλίμα ήταν ακόμα πιο υγιεινό από αυτό της Γαστούνης, και για αυτό το μέρος προσέλκυσε μεγάλο αριθμό Ελληνικού πληθυσμού, με τον επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο να έχει έδρα πλέον μάλλον τον Πύργο, και είχε εμπόρους ονομαστούς τόσο στην επαρχία όσο και στο εξωτερικό. Η πόλη ήταν κτισμένη σε επί ύψωμα, όπου πρόσφατα βρήκαν μεγάλα υπόγεια (κατακόμβες) γεμάτες οστά, αποτελούντα από 900 κατοικίες με 1000 οικογένειες και 7.000 κατοίκους, μεταξύ των οποίων και ένα μέρος τεχνιτών και εμπόρων που μετακινούνταν. Βρήκε ωραία εργοστάσια, δύο ναούς περίτεχνα διακοσμημένους και την ωραία κατοικία του επισκόπου (που είχε εισόδημα 20,000 γρόσια), ο οποίος επέβλεπε (και ήταν πολλές φορές παρόν) την διδασκαλία των παιδιών στο ναό από έναν παπά και με άσματα εξυμνούσαν το Θεό.
Η περιοχή του Πύργου είχε δικούς της φορολογικούς καταλόγους και χαράτσι. Δεν είχε κανέναν Τούρκο κάτοικο και αποτελούνταν από τον Πύργο και τα χωρία: Σκαφιδιά (με 50 οικογένείες), Άγιο Ιωάννη (με 50 ), Μυρτιά (με 50), Άγιο Γεώργιο (με 50), Σκουροχώρι (με 100), Τζόγια (με 50), Λαμπέτι (με 60), Κολίρι (με 100)και Αγουλινίτσα (με 200).

Με βεβαιότητα γνωρίζουμε ότι ο Πουκεβίλλ, πρόξενος της Γαλλίας την εποχή του Αλή πασά, στο ταξίδι του στην Ηλεία το 1815 και το 1816 (Kυριακοπουλος, σελ.76) καταγράφει μεταξύ άλλων το Κολίρι με πληθυσμό 100 οικογένειες. Τα άλλα χωρία του δήμου Λετρίνων (φαίνεται ότι υπάγονταν στον καζά της Γαστούνης, ενώ η Βαρβάσαινα, Παλαιοβαρβάσαινα και Κούκουρα στον καζά του Λάλα).
Ο επίσκοπος συνεδρίαζε με τους προύχοντες, για να εκδικάσει πολλές υποθέσεις και να διανείμει στον άρχοντα της περιοχής τους φόρους που αναλογούσαν στον καθένα.

Τα περίχωρα του Πύργου ήταν γεμάτα με αμπελώνες οι οποίοι παρήγαγαν ετησίως 100.000 βαρέλια οίνου, ο οποίος θεωρούνταν ο καλύτερος στον Μοριά. Η πόλη το βράδυ ησύχαζε σε μεγάλους κήπους από μουριές και άλλα φυτά.

Στην κοίτη του ποταμού Αλφειού (Ορφιά ή Ρουφιά, όπως τον ονομάζει) βρίσκονταν βάρκες.

Η Γαστούνη τότε πλήρωνε χαράτσια 4.443 και ο Πύργος 632. Πριν από 50 χρόνια στον κόλπο του Κατακόλου, στη εκβολή του Πηνειού και στην Γλαρέτζα κατέφθαναν 300 πλοία  150-300 τόννων το χρόνο, φόρτωναν ή εκφόρτωναν εμπορεύματα, ενώ τα ναυπηγεία Ύδρας και Σπετσών λάμβαναν την ξυλεία από τα δάση της Ολυμπίας και οι Ιόνιοι δοκάρια και  οικοδομική ξυλεία από τα δάση της Φολόης. Από τον Πύργο  εξήγαγαν προς τα νησιά του Ιονίου βόδια, πρόβατα και πτηνά, αλλά τότε όλα μειώθηκαν λόγω των πιέσεων των Λαλαίων. Τα παραγόμενα προϊόντα στην Ηλεία τότε ήταν: σιτάρι, 160.000 κιλά προς 8 γρόσια το κιλό – Σίκαλη ,αραβόσιτος, κριθάρι και καλαμπόκι, 260.000 κιλά προς 6 γρόσια – Όσπρια, 15.000 κιλά προς 10 γρόσια – Κόκκοι λιναριού, 9.000 κιλά προς 4 – Βαμβάκι, 1.000 καντάρια προς 120 γρ. – Μαλλί, 3.000 καντάρια προς 34 γρ. – Τυρί, 8.000 καντάρια προς 30 γρ. – Λινάρι, 16.000 καντάρια προς 25 γρ. – Μετάξι, 2.500 οκάδες προς 60 γρ. – Καπνός, 25.000 οκάδες προς 1 1/2 γρ. – Κορινθιακή σταφίδα, 200.000 λίτρα προς 130 γρ. η χιλιάδα – Βελανίδια, 8.000 χιλιόλιτρα προς 35γρ. – Οίνος 108.000 Βαρέλια προς 8 γρ.—–Δέρματα προβάτων, 2.000 δωδεκάδες προς 15 γρ. – Πίσσα και ρητίνη μαζί 144.000 γρ. – Ζώα και πουλερικά 200.000 γρ. – Ξύλα οικοδομικής 80.000 γρ. – Δόγες βαρελιών 40.000 γρ., συνολικά δηλαδή 5.739.500 γρόσια.

Ο Πύργος όπως τον είδε ο Πουκεβίλλ. Όσον αφορά τον Πύργο ο Πουκεβίλλ έμαθε πολλά, κυρίως από τον Σταθόπουλο (τον θείο των σύγχρονων κατοίκοων του Πύργου Χρονοπούλων): Ο κάτοικος του χωριού Τσορωτά των Καλαβρύτων, Γεώρ. Τσορωτάς ή Τσερνοτάς βρήκε μέσα σε ένα πηγάδι στο Νεοχώρι του Πύργου (μέχρι πρότινος σωζόταν εκεί του Τσερνοτά το πηγάδι) ή, το πιθανότερο, στην περιοχή Τρούπα της Κοκόβης των Καλαβρύτων, πολλά αρχαία νομίσματα, τα οποία παρέδωσε στον Σουλτάνο Σελήμ αφού μετέβη στην Κων/πολη το 1512 και έλαβε ως ανταμοιβή τον τίτλο του μπέη (Τσερνοτάμπεης) και τεράστιες εκτάσεις γης γύρω από τον Πύργο, που τότε ήταν ακατοίκητες. Σε αυτές τις εκτάσεις έκτισε έναν πύργο, ο οποίος ξεχώριζε στην περιοχή. Όμως όταν η χωρίς απογόνους οικογένειά του εξαφανίσθηκε, οι ιδιοκτησίες του περιήλθαν, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο, στο Κράτος .Ο τότε σουλτάνος τις χάρισε στην βασιλομήτορα, και από τότε η περιοχή βρισκόταν υπό την προστασία της και θεωρούνταν τόπος ιερός. Για το λόγο αυτό δεν πατήθηκε από τους Τούρκους, τους Λαλαίους και τους υπόλοιπους, αλλά τόσο πολύ προστατευόταν, που από την Αγουλινίτσα μέχρι τα Χανάκια (την περιοχή Αλποχώρι) οι διερχόμενοι Τούρκοι έπρεπε, αφού κατέβουν από τα άλογα, να τα ξεπεταλώνουν γιατί πατούσαν σε ιερό τόπο. Η περιοχή αυτή προηγουμένως ήταν έρημη κυρίως λόγω των επιδρομώντων Αλγερινών πειρατών, εξαιτίας των οποίων οι κάτοικοι κατέφευγαν στα ορεινά μέρη τα οποία ήταν πυκνοκατοικημένα. Αυτοί που ζούσαν στα παράλια κρύβονταν σε κρύπτες, σαν τέτοιες χρησιμοποιούνταν και τα θολωτά υπόγεια οικήματα που βρέθηκαν στον Πύργο, για να κρύβονται οι άνθρωποι όταν εμφανίζονταν πειρατές που άρπαζαν πρόβατα, βόδια, ανθρώπους κλπ., όπως αναφέρουν οι παραδόσεις.

Έτσι λοιπόν στον Πύργο, όπου υπήρχαν απέραντα δάση και έλη, κυρίως μεταξύ του Πύργου και της λίμνης Μουριάς, στήθηκαν καλύβια βοσκών, οπότε ήρθαν και οι Αχολαίοι σαν βοσκοί, στη συνέχεια ήρθαν από την Ήπειρο οι Βιλαεταίοι, οι οποίοι ήταν πλούσιοι και επιβλητικοί, δύο αδέρφια με πολλούς ακολούθους και μαζί με κάποιον που ονομαζόταν Τζόγιας, από τον οποίο πήρε το όνομά του το χωριό Τζόγια.

*Πηγή ενημέρωσης: «Η ΗΛΕΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ», Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ . ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΥ, ΤΜΗΜΑ ΣΤ’.

 

ΠΟΥΚΕΒΙΛΛ: Ο Φρανσουά Σαρλ Υγκ Λοράν Πουκεβίλ (γαλλ. François Charles Hugues Laurent Pouqueville, 1770-1838) ήταν Γάλλος ιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ιστορικός συγγραφέας, ακαδημαϊκός και σημαντικός φιλέλληνας. Κατά τον νομικό και κοινωνιολόγο Δ. Μαυρογιάννη δεν θεωρείται φιλέλληνας ούτε συνηγορούσε υπέρ της επανάστασης των Ελλήνων κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το 1814 ο Φ. Πουκεβίλ διορίστηκε πρόξενος στην Πάτρα, όπου βρισκόταν ο αδελφός του Ούγος (Hugues). Το 1816 επέστρεψε στη Γαλλία όπου και παρέμεινε μόνιμα, ενώ στη θέση του προξένου τον αντικατέστησε ο αδελφός του, ο οποίος πρόσφερε ιδιαίτερες υπηρεσίες κατά την Επανάσταση του 1821, προσφέροντας και την οικία του ως καταφύγιο για πολλούς κατατρεγμένους Έλληνες. Ο Πουκεβίλ τιμήθηκε από τον βασιλιά Όθωνα με το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος. Πέθανε στο Παρίσι σε ηλικία 68 ετών στις 20 Δεκεμβρίου του 1838. Επί του τάφου του που βρίσκεται στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς (Παρίσι) έχει χαραχθεί το ακόλουθο δίγλωσσο επίγραμμα (στην ελληνική και γαλλική):

«Με τα γραπτά του συνέβαλε δυναμικά στην επιστροφή της αρχαίας τους ιθαγένειας, στους καταπιεσμένους Έλληνες».

ΤΣΙΦΛΙΚΙ: Ως τσιφλίκι (Οθωμανικά Τούρκικα) ορίζεται η μεγάλη αγροτική περιοχή, ακόμη και ολόκληρο χωριό που ανήκε σε ιδιώτη κατά την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης και στο οποίο δούλευαν υποχρεωτικά οι κολίγοι. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιήθηκε αργότερα προκειμένου να περιγράψει το μεγάλο αγρόκτημα, ιδιοκτησία πλούσιων οικογενειών. Χαρακτηριστικό του τσιφλικιού σε σχέση με το σύστημα των τιμαρίων είναι κυρίως ο κληρονομικός του χαρακτήρας, αλλά και το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του δεν έχει πολιτική εξουσία στο έδαφος του τσιφλικιού. Όσον αφορά στην εσωτερική του δομή λειτουργεί όπως ακριβώς το κλασικό φέουδο: ο τσιφλικούχος προσφέρει στον κολίγο το έδαφος, ενίοτε και τους σπόρους, ενώ ο κολίγος προσφέρει την εργασία του.

ΦΕΛΟΥΚΑ: Τύπος μικρού ξύλινου πλοιαρίου στη περιοχή κυρίως της Ανατολικής Μεσογείου, χαμηλού και άφρακτου (χωρίς κατάστρωμα) που κινούταν με κουπιά και ιστία (πανιά), φέροντας τρία λατίνια και αρτέμονα.

* Πηγή ενημέρωσης: Βικιπαίδεια.

1821

6-4-1827: Ο Ιμπραήμ επανεισέβαλε στον Πύργο. Ακολούθως πολιόρκησε του χριστιανούς που είχαν κλειστεί στο μοναστήρι της Κρεμαστής και σε λοιπές μονές της περιοχής. Στην Κρεμαστή είχαν καταφύγει 700 άτομα, κάτοικοι των γύρω χωριών (Λαμπέτι, Λάνθι, Κολίρι …) οι οποίοι πολιορκούντο εντός του σπηλαίου της μονής 3 μερόνυχτα. Στρατιώτες του Ιμπραήμ τρύπησαν εκ των άνω το σπήλαιο, για να ρίξουν στους έγκλειστους μελίσσια. Ακολούθησε έξοδος, προσπάθεια διαφυγής και διάσωσης των εγκλέιστων.

Πηγή ενημέρωσης: Επιμελητήριο Ηλείας, Η Ηλεία – Αγορά – Οικονομία – Ιστορία – Πολιτισμός (1821-1935), Πύργος 2016

*Εκκρεμούν στοιχεία για την περίοδο της Τουρκοκρατίας